Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Λεμπέσης «Αυτοβιογραφία – γράμματα στην κόρη μου» (απόσπασμα από το βιβλίο)



Απόσπασμα από το πρόσφατα εκδοθέν (εκδ. Οδός Πανός ) βιβλίο: Βασίλης Λεμπέσης «Αυτοβιογραφία – γράμματα στην κόρη μου». Ένα βιβλίο στη μνήμη του πατέρα μου με την δική μου επιμέλεια.

 


  


Και μόνο η αγάπη της γνώσης είναι αρκετή
για να έχει αρκετό ενδιαφέρον η ζωή,
 αφού έχει αποδειχθεί ότι είναι τόσο μικρή
που δεν προφταίνει να κάνει κανείς τίποτα
Βασίλης Λεμπέσης



(...) Το επόμενο καλοκαίρι, στις διακοπές του σχολείου, μετά το μαγικό ταξίδι στην Αλεξάνδρεια, ο πατέ­ρας μου με έβαλε να πιάσω δουλειά σε ένα τυπογραφείο. Είχε κάποιο γνωστό του σε κάποια εφημερίδα, τη «Σφαίρα». Πάντα η έννοια του πως πρέπει να μάθω μια τέχνη.
Στον Πειραιά, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, βγαίνανε τότε πέντε εφημερίδες. Η «Σφαίρα», το «Θάρρος», ο «Χρονογράφος», η «Σημαία» και η «Πειραϊκή». Όλες αυτές βγαίνανε μόνο με δύο σελίδες σε μεγάλο σχήμα. Τα έσοδά τους ήταν μόνο οι συνδρομητές και οι διαφημίσεις. Είχανε από δύο διανομείς, που μόλις τυπωνότανε το φύλλο, τρέχανε και τις μοιράζανε στα σπίτια των συνδρομητών τους. Καμιά διακοσα­ριά σπίτια όλα κι όλα. Σε άλλους τόσους τα στέλνανε ταχυδρομικώς. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, φτώχια, γενικά. Οι πρόσφυγες, φοβισμένοι, τσακισμένοι, προσπαθούσαν να επιβιώσουν όπως μπορούσαν. Στη λεωφόρο Γεωργίου του Α', από το Δημοτικό Θέατρο μέχρι το Ρολόι του Δημαρχείου, κοντά στην Αγία Τριάδα, είχανε στήσει πρόχειρα παραπήγματα στη σειρά ο ένας δίπλα στον άλλο, με φουφούδες και τηγάνια στα πεζοδρόμια. Τηγανίζανε τζιεράκια (συκωτάκια) και τα πουλάγανε στους περαστικούς. Η «Σφαίρα» βρι­σκόταν στην οδό Δραγατσανίου, απέναντι από τη Ράλλειο Σχολή, που από την άλλη πλευρά της, στη λεωφόρο Γεωργίου, ήταν το Δημοτικό Θέατρο. Το τυπογραφείο της, ένα μεγάλο κτίριο, διώροφο, με τρεις φαρδιές πόρ­τες. Η είσοδος ήταν η μεσαία. Μπαίνοντας, δεξιά και αριστερά, στη σειρά, οι κάσες με τα τυπογραφικά στοι­χεία, σε όλο το μήκος του διαδρόμου. Δεξιά της εφημερίδας και αριστερά του εκδοτικού τμήματος, για βιβλία. Τα γραφεία ήταν σε ένα ημιώροφο με τζαμαρίες, που ανέβαινες από μια φαρδιά ξύλινη σκάλα, και στο βάθος του χώρου κάτω, τα δύο πιεστήρια. Το πρώτο γραφείο, του διευθυντής-ιδιοκτήτης. Ο κύριος Ελευθερίου. Αίγα γκρίζα μαλλιά, μονόκλ, με μαύρο κορδόνι, μουστάκι γκρίζο, τσιγκελωτό και ύφος πολύ υπεροπτικό. Το δεύτε­ρο γραφείο για τους ρεπόρτερς και το διαχειριστή. Σ' αυτό συνήθως καθότανε και έγραφε ο δεύτερος συνέται­ρος της «Σφαίρας» ο γνωστός πειραιώτης δημοσιογράφος Σπύρος Γεωργόπουλος. Απλός, ευγενικός και καταδεχτικός με όλους. Στους ρεπόρτερς ο Χρήστος Αεβάντας. Η συμπάθεια όλων. Αργότερα έγινε ο τόσο γνωστός διηγηματογράφος της θάλασσας. Ήταν ο μοναδικός ρεπόρτερ για το αστυνομικό δελτίο και για ό,τι αφορούσε το λιμάνι του Πειραιά. Ευγενικός, γλυκομίλητος, πολιτισμένος, με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του, που έδειχναν σαν λυπημένα. Και τα δύο γραφεία είχανε τηλέφωνο με χωριστό ακουστικό και με ένα χερούλι στο πλάι,, σαν του φωνογράφου. Για να τηλεφωνήσεις έπρεπε να το γυρίζεις πολλές φορές, φωνάζο­ντας δυνατά το Κέντρο, να σε συνδέσει με το νούμερο που ήθελες. Τα νούμερα όλα τριψήφια. Ο τύπος των πιεστηρίων υπάρχει ακόμα και σήμερα. Μόνο που η κίνησή τους τότε ήταν πολύ πιο αργή και δεν ήταν αυτό­ματα. Το κάθε φύλλο έπρεπε να το τοποθετεί ο πιεστής με τα χέρια του, όρθιος στο πλάι, με το ρυθμό της κίνησης της μηχανής. Η ταχύτητα του τυπώματος, γύρω στα πεντακόσια φύλλα την ώρα. Το πιεστήριο της εφημερίδας χωρούσε ίσα-ίσα τη μία σελίδα. Μετά το τύπωμα της πρώτης σελίδας, έπρεπε να γυριστούνε τα φύλλα, να μπει στο πιεστήριο η φόρμα της δεύτερης σελίδας, για να τυπωθεί σε δεύτερο τύπωμα. Για να τυπω­θεί η εφημερίδα ήθελε δηλαδή δύο ώρες. Το δεύτερο πιεστήριο, που τυπωνόντουσαν τα βιβλία, χώραγε οκτώ σελίδες στο κανονικό μέγεθος βιβλίου και έβγαζε σε δύο τυπώματα το δεκαεξασέλιδο.
Ο πιεστής που δούλευε στη «Σφαίρα», ήταν πρωταθλητής άρσεως βαρών, με πολλά έπαθλα στους κρίκους και το μονόζυγο, ο Βαγγέλης ο Μενεξής. Αυτό ήταν πολύ παράξενο, γιατί τους τυπογράφους, τότε, μάστιζε η φυματίωση. Εννιάωρο, κάτω από πολύ ανθυγιεινές συνθήκες. Οι αναθυμιάσεις των μελανιών, το αντιμόνιο στο μέταλλο των τυπογραφικών στοιχείων, η άγνοια. Τρώγανε βιαστικά, στη μικρή διακοπή για φαγητό το μεσημέρι, με τις μουτζούρες στα χέρια. Οι περισσότεροι πεθαίνανε νέοι. Δεν υπήρχε κανένα φάρμακο για τη φυματίωση, τότε. Αργότερα κάναμε πολύ μεγάλους αγώνες, απεργίες και κυνηγητά με την Αστυνομία, για να εφαρμοστεί το οκτάωρο, με το Σωματείο Τυπογράφων του Πειραιά, που ήμουνα γραμματέας.
Ο Μενεξής, λοιπόν, ήταν ένα φαινόμενο. Η εμφάνιση σήμερα των αθλητών στην άρση βαρών, είναι ένας μάλλον ακαλαίσθητος όγκος το σώμα τους. Στις φωτογραφίες του, που είχε στη γωνιά του, πίσω απ' το μεγά­λο πιεστήριο, κολλημένες στο τοίχο, έβλεπες την ιδανική ομορφιά του ανδρικού σώματος. Θα μπορούσε να χρησιμέψει για μοντέλο σε μάθημα ανατομίας μυών. Το ωραίο αυτό σώμα του ήταν ο λόγος που του ζήτησαν να παίξει στον κινηματογράφο, σε μια από τις πρώτες ελληνικές ταινίες, στο «Έρως και κύματα» του Γαζιάδη. Η σκηνή τον έδειχνε να σώζει την ηρωίδα του έργου σε ένα ναυάγιο. Είχε και μια πρόταση από μια αμερικάνικη εταιρεία να πάει να παίξει στην Αμερική αλλά αρνήθηκε, με τη δικαιολογία ότι είχε οικογενεια­κές υποχρεώσεις, ενώ είχε μόνο τη μητέρα του, όπως ξέραμε.
Στη «Σφαίρα» άρχισα σαν μαθητευόμενος τυπογράφος στο εκδοτικό τμήμα που είχε έναν μόνο μάστορη. Τον Παναγιώτη τον Ξαγοράρη. Έμαθα εύκολα και γρήγορα έγινα καλός στοιχειοθέτης. Η μοναδική δουλειά που υπήρχε στο εκδοτικό τμήμα, τότε, ήταν μια σειρά τόμων του φιλόλογου καθηγητή από τη Μάνη του Παν. Πατσουράκου, με τον τίτλο «τα Αρχεία της Μάνης», μια ατέλειωτη σειρά από επιστολές - ντοκουμέντα ενός Μανιάτη πειρατή - πατριώτη στα χρόνια της τουρκοκρατίας, του Λυμπέριου Γερακάρη, που αναφέρονταν στην Επανάσταση του 1821.
Ο ίδιος αυτός, ο Πατσουράκος, έβγαζε και την «Πειραϊκή», μια άλλη πειραιώτικη εφημερίδα. Αυτή ήταν η μόνη με πολιτική τοποθέτηση εφημερίδα στον Πειραιά. Ήταν φανερά με το μέρος των βασιλικών. Όλες οι άλλες λειτουργούσανε μάλλον σαν τοπικές εφημερίδες. Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ και ο φανατισμός μεγάλος. Ο τουφεκισμός των έξι, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Η ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Παπαναστασίου, το 1924. Με την ανακήρυξη, ο Πατσουράκος παράτησε απογοητευμένς την «Πειραϊκή» σε κάποιον συνέταιρο του που τον είχε σαν διαχειριστή, τον Τσάμπηρα. Αυτός με ελαφρά συνείδηση, όπως ήταν και ο χαρακτήρας του, αποστάτησε και έκανε την «Πειραϊκή» δημοκρατική. Την παραμονή της ανακήρυξης, έρχεται, μπαίνει στο γραφείο και φωνάζει τον αρχιεργάτη, το μαστρο-Λάμπρο, που ήξερε πως ήταν και αυτός βασιλικός, σαν τον Πατσουράκο, και του το λέει, δείχνοντάς του τα μάτσα τα χαρτονομίσματα που έβγαλε από τις τσέπες του: «Να βρε κορόιδα, με το Βασιλιά σας». Ο μαστρο-Λάμπρος δεν μίλησε. Ήρθε πίσω κατακί- τρινος απ' το θυμό του.
Ακουσα και κατάλαβα τι είχε γίνει, γιατί το γραφείο το χώριζε μόνο μια τζαμαρία. Τη στιγμή αυτή στοιχει­οθετούσα τον τίτλο του κύριου άρθρου, καθώς βοηθούσα στη σελιδοποίηση. Ο τίτλος με μεγάλα γράμματα έλεγε: «ΝΕΑΡΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Στο συνθετήριό μου, όμως, από λάθος ριγμένο στοιχείο, αντί του Α μετά το Ε, βρέθηκε ένα Κ και στο συνθετήριό είδα: «Η ΝΕΚΡΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Το δείχνω πονηρά στο μαστρο- Λάμπρο και αυτός μετά από ένα μικρό δισταγμό, μου λέει: «Αστο έτσι»... Το άφησα με κάποιο φόβο.
Συνηθιζότανε, πριν το ξεκίνημα του πιεστηρίου για το τύπωμα, να πηγαίνουμε το πρώτο φύλλο για να το μονογράψει ο Διευθυντής. Το πήγα με χτυποκάρδι στο γραφείο και αυτός, ζαλισμένος στον ενθουσιασμό του με τα λεφτά που είχε πάρει για το ξεπούλημα της εφημερίδας, δεν πρόσεξε το λάθος και το υπέγραψε. Αυτό ήταν. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε έτσι. Πρώτη σελίδα τίτλος του κύριου άρθρου:«Η ΝΕΚΡΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Την άλλη μέρα, μόλις το είδε, μπαίνει έξαλλος κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι. Ο μαστρο- Λάμπρος ψύχραιμος του δείχνει το πρώτο φύλλο με την υπογραφή του και του λέει: το είδα χι εγώ, αλλά όταν πήγα σπίτι μου το βράδυ.
Φυσικά μας έδιωξε όλους από τη «Πειραϊκή», η οποία σε λίγο χαιρό έχλεισε. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω δουλειά σε μια άλλη εφημερίδα, το «Θάρρος».
Το επάγγελμα του τυπογράφου κράτησε μέχρι τα εικοσιπέντε μου χρόνια περίπου, δηλαδή πέντε χρόνια μετά το γάμο μου. Μετά έγινα μουσικός, που κρατάει μέχρι τώρα. Ο πατέρας μου ευχαριστημένος που είχα μάθει μια τέχνη και μάλιστα του άρεσε πολύ γιατί είχε σχέση με τα γράμματα. Με κρυφοκαμάρωνε έτσι στα δεκάξι - δεκαεφτά μου χρόνια, που μπορούσα με το καλό μεροκάματο να ντύνομαι και καλά και να γίνομαι περιζήτητος στα κόρα με τις καντάδες. Η αγάπη μου για τη μουσική φυσικά δεν είχε αλλάξει καθόλου όλα αυτά τα χρόνια. Αντίθετα είχα μάθει εκτός από το μαντολίνο και έπαιζα και καλή κιθάρα.
Μετά από το επεισόδιο της «Πειραϊκής», σχετικά με το άρθρο της «Νεκρός Δημοκρατίας», έπιασα δουλειά σε μια άλλη πειραιώτικη εφημερίδα, το «Θάρρος».
Στο «Θάρρος», λοιπόν, που δούλευα τώρα, διευθυντής της ήταν ο Άκης ο Χαραλάμπους. Τύπος με πολύ έντονη συμπεριφορά ακαταδέχτου αριστοκράτη. Άψογος στο ντύσιμο του πάντοτε. Σπάνια ερχότανε στο γρα­φείο. Ο αδελφός του Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ένας από τους πιο ονομαστούς ποινικολόγους του Πειραιά, ήταν η αντίθεση. Απλός και καταδεχτικός μέχρι και τον τελευταίο διανομέα της εφημερίδας. Συντάκτες, ένας εξαίρετος δημοσιογράφος, ο Γιολδάσης, γνωστός για το καυστικό του χιούμορ, και ο γνω­στός Πειραιώτης ποιητής και ιδιόρρυθμος μποέμ του Πειραιά, ο Μίμης ο Παρασκευάς, που τις περισσότερες ώρες της ημέρας του τις πέρναγε σε μια βάρκα με το μαγιό του, για να εποπτεύει τις καμπίνες στα μπάνια, να μην πηγαίνουν άντρες στις γυναικείες καμπίνες. Η Σπηλιά μαζί με τις μπανιέρες της ήταν κληρονομιά από τον πατέρα τους. Η εποπτεία του Λιμεναρχείου δεν ήταν αρκετή.
Αρχιεργάτης στο «Θάρρος», ήταν ο Άθως ο Πολάτος, Κεφαλλονίτης, και φυσικά, λάτρης της Μουσικής. Ωραία φωνή τενόρου. Ήξερε όλο σχεδόν το κανταδρίστικο ρεπερτόριο. Από το «Αν παρήλθον οι χρόνοι εκεί­νοι, «Το κλωνάρι της γαζίας» μέχρι «Στις εκκλησιάς τα σκαλοπάτια» και τον «Μπαρμπα Γιάννη τον κανατά». Ο ένας απ' τους δύο διανομείς της εφημερίδας, ένα πολύ έξυπνο και προικισμένο παιδί, μας έκανε και κανένα σκίτσο πότε-πότε, ο Κ. Κλώνης.
(...)Στη γειτονιά, στα Ταμπούρια, ο πατέρας ενός παιδιού της παρέας μας είχε ένα μικρό καφενεδάκι, όπου συχνάζαμε. Πέντε-έξι τραπέζια όλα κι όλα. Χώμα κάτω και στη γωνιά ένα μικρό χώρισμα, σαν παραβάν, για ένα μικρό τζάκι με κάρβουνα που ψήνονταν οι καφέδες και παίρνανε και τα καρβουνάκια για τους ναργιλέδες που υπήρχανε σχεδόν σε όλα τα καφενεία. Εκεί σύχναζε και ο Μάρκος ο Βαμβακάρης. Γύρω στα τριάντα του τότε. Δούλευε στα Σφαγεία, στη Δραπετσώνα. Ντροπαλός, βαρύς και λιγομίλητος. Του άρεσε πολύ να μας ακούει να παίζουμε και να τραγουδάμε τα δικά μας τραγούδια. Ξέραμε ότι παίζει μπουζούκι και πολλές φορές του ζητάγαμε να πάει να το φέρει να μας παίξει. Για να πάει όμως στο σπίτι του να το φέρει, έπρεπε να σκοτεινιάσει. Ντρεπότανε να τον βλέπουνε να το κρατάει. Το μπουζούκι, τότε, κυκλοφορούσε μόνο στις φυλα­κές και σε κάτι κρυφούς ντεκέδες. (...)



μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον Βασίλη Λεμπέση

 
Γεννήθηκε στη Φρεαττύδα, στον Πειραιά το 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 1997. Γιος του ναυτικού Παναγιώτη Λεμπέση και της Γαρυφαλιάς Καλαφάτη. Από τα σχολικά του χρόνια (τελείωσε το Σχολαρχείο) εργάσθηκε σε τυπογραφείο στην εφημερίδα Σφαίρα και αργότερα στην εφημερίδα Θάρρος, Στο επάγγελμα του τυπογράφου έμεινε μέχρι τα εικοσιπέντε του χρόνια.
Αυτοδίδακτος μουσικός, έπαιζε μαντολίνο και κιθάρα κι αυτή τον έκανε περιζήτητο στα κόρα και στις καντάδες. Είχε μεγάλη αγάπη, και για τη ζωγραφική. Το ενδιαφέρον του γι’ αυτή ξεκίνησε από τις αγιογραφίες που θαύμαζε μικρό παιδί δίπλα στη γιαγιά του που ήταν καντηλανάφτισσα στον Άγιο Βασίλειο Φρεαττύδας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, το δέος με το οποίο κοίταζε τις εικόνες άρχισε να υποχωρεί και να βλέπει και να θαυμάζει την ομορφιά τούς, το σχέδιο και τα χρώματα και να τα αντιγράφει με χρωματιστά μολύβια.
Έμαθε πιάνο με τη γυναίκα του Μαρίκα Κονδύλη και άρχισε να εργάζεται ως μουσικός μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το 1955 και περισσότερο από 20 χρόνια έμενε στη Νέα Υόρκη. Εργάστηκε επίσης και σε πολλές άλλες πόλεις της Αμερικής. Σαν Φραντσίσκο, Ατλάντα. Σικάγο. Φλόριντα και άλλες. Με τη ζωγραφική δεν έπαψε να ασχολείται ποτέ, σχεδιάζοντας και σκιτσάροντας. Παράλληλα δοκίμασε και άλλα υλικά, όπως ξύλο, μάρμαρο, χαλκό. Χαρακτηριστική του τρόπου που ζωγράφιζε είναι ότι ακόμη και σε βιαστικά σκίτσα αγνώστων φυσιογνωμιών διακρίνονται στοιχεία της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του.
Πήρε μέρος σε έκθεση ζωγραφικής μεταξύ επαγγελματιών ζωγράφων, κατόπιν προτροπής του γνωστού ελληνοαμερικανού ζωγράφου Jean Xeron που έγινε στο Greenwich Village το 1957, όπου και βραβεύτηκε. Εκτός από μουσικός εκτελεστής και μαέστρος της ελαφράς μουσικής, ο Βασίλης λεμπέσης ήταν στιχουργός και συνθέτης πολλών τραγουδιών (Γλεντά τη ζώή, Κλέφτρα της αγάπης, Τσιγγάνικες Καρδιές, Στη μουχλιασμένη ταβέρνα, Μη θυμώνεις που ζηλεύω κ.ά.) που ηχογραφήθηκαν στις εταιρείες Odeon και Columbia, τραγουδισμένα από τους Ζαννή Καμπάνη, Μ. Κορώνη, Φ. Πολυμέρη, Μόλλυ και άλλους.



μπορείτε να ακούσετε τραγούδια του Βασίλη Λεμπέση εδώ 

άλλα στοιχεία για τον Βασίλη Λεμπέση εδώ

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Γάτες και Μουσική


Μου έστειλε η Μαρία η Σερβάκη λίγες σελίδες (κάπου 10) από τα τελευταία της γραψίματα, που δεν τα ονομάζει ποιήματα. Όμως είναι σπουδαία ποίηση. Μιλάει για τις γάτες της, τις μνήμες από το πατρικό της σπίτι και το άλλο στο κτήμα Βορρέ (Μαρούσι) που τόσες αναμνήσεις κουβαλάμε κι εμείς από αυτό, μαζί με τις φιγούρες του Καρούζου και του Βασίλη Ζιώγα.
Βεβαίως η γραφή της είναι ποίηση. Πιστεύω απόλυτα, ότι είναι η μεγαλύτερη ζώσα ποιήτριά μας. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τη συγκίνηση - την ανάσταση της ανθρωπιάς μέσα από το κείμενο, που ένιωσα. Και δεν οφείλεται στο ότι αγαπώ κι εγώ τις γάτες μαζί με όλα τα πλάσματα που μας περιβάλλουν. Οφείλεται σ’ Εκείνη και στον τρόπο γραφής της.
Να’σαι καλά Μαρία. Πάντα δημιουργική και δυνατή.
Να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις! 





O Φορτουνάτο, ένας από τους γάτους της Μαρίας

Μια άλλη φορά θα τολμήσω να αναρτήσω ένα δικό μου ποίημα που αναφέρεται στις φιλικές, παλιές  συγκεντρώσεις μας.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Βασίλης Λεμπέσης, «Αυτοβιογραφία. Γράμματα στην κόρη μου», εκδ. Οδός Πανός


Πριν λίγες μέρες, παρέλαβα το βιβλίο που αφορά τη ζωή του πατέρα μου. Με συγκίνησε γιατί το είχα προγραμματίσει στο μυαλό μου πριν από 15 περίπου χρόνια, λίγο μετά την οριστική αναχώρησή του, το 1997.
Περιγράφει ο ίδιος τα παιδικά του χρόνια στον Πειραιά, κάνοντας έναν απολογισμό. Έφυγε για πάντα δίχως να τελειώσει την καταγραφή των αναμνήσεών του. Θεώρησα ότι θα τον ευχαριστούσε να το ολοκληρώσω εγώ, προσθέτοντας στοιχεία της ζωής του στην Αμερική, από τα γράμματά του προς εμένα.
Είχε μια ζωή γεμάτη από την τέχνη: μουσική, ποίηση, ζωγραφική, γλυπτική και συνεργασίες με άλλους ταλαντούχους ανθρώπους της γενιάς του, όπως τον Φ. Πολυμέρη, τον Τ. Μαρούδα που ερμήνευαν τα τραγούδια του, και άλλους. Το βιβλίο είναι γεμάτο με παλιές φωτογραφίες αλλά και με τους Ηλία Καζάν, Τζην Κέλλυ, Νατ Κινγκ Κόουλ και άλλους.

Το βιβλίο το εξέδωσε ο Γιώργος Χρονάς και θέλω να τον ευχαριστήσω γι’ αυτό. Οι εκδόσεις Οδός Πανός, είναι γνωστές για την ιδιαίτερη φροντίδα των βιογραφιών καλλιτεχνών γιατί ο ίδιος είναι ευαίσθητος ποιητής και λογοτέχνης.
Αυτές τις μέρες, στην Έκθεση Βιβλίου, στο Πεδίο του Άρεως, βρίσκεται και το βιβλιαράκι αυτό ανάμεσα στα άλλα του Περιπτέρου.





εξώφυλλο και οπισθόφυλλο του βιβλίου


με τον Φ. Πολυμέρη έξω από το σπίτι του. 
Υψηλάντου 81, Πειραιάς. 1948


Με το Νατ Κινγκ Κόουλ στο Port Said Cabaret

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Δώδεκα χρόνια που «έφυγε» ο Γιώργος Χειμωνάς



Πέρασαν δώδεκα χρόνια, από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Χειμωνάς. Η φυσική απουσία του, για όσους είχαν τη τύχη να τον γνωρίσουν, παραμένει το ίδιο οδυνηρή όπως την ημέρα της 27ης Φεβρουαρίου του 2000 που το μάθαμε.
Ένα χρόνο περίπου μετά, πρότεινα στην Εκπαιδευτική Τηλεόραση της ΕΡΤ, ένα μικρό αφιέρωμα για τη ζωή και το έργο του. Έγινε δεκτό. Στο χώρο αυτό υπηρετούσα επί σειρά ετών, με απόσπαση από το Υπουργείο Παιδείας.
Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, με ένα συνεργείο τριών ατόμων. Τα εσωτερικά γυρίσματα έγιναν στο χώρο μου όπου διέθετα τα όποια γραπτά κείμενα χρειαζόντουσαν. Μεταξύ των οποίων ήταν και ένα χειρόγραφο του Γ.Χ. αρκετών σελίδων, που είχε γράψει για τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, το οποίο δυστυχώς εχάθη μέσα στην αναστάτωση της δουλειάς. Βρισκόταν στα χέρια μου από καιρό για να συμπληρώσω κάτι κι εγώ, με σκοπό να τα διαβάσει η Βέρα στην πατρίδα της την Ιθάκη, την ημέρα της απονομής του βραβείου της.
Αποτέλεσμα των γυρισμάτων ήταν ένα ολιγόλεπτο ντοκιμαντέρ. Τη σκηνοθεσία επιμελήθηκε ο Φ. Γαρυφαλάκης. Τα αποσπάσματα που συμπεριελήφθησαν ήταν από το «Μονόγραμμα» των Γ. και Η. Σγουράκη με τη μεσολάβηση της Λούλας Αναγνωστάκη που μου συμπαραστάθηκε.
Για τη μουσική επένδυση των τίτλων, ηχογραφήθηκε  ένα απ’ τα τραγούδια του κύκλου τραγουδιών από τον «Εχθρό του ποιητή» με το δικό μου τίτλο: Άλογο των Υδάτων. Η εκτέλεση έγινε από μένα, σε στούντιο.
Δεν γνωρίζω η εργασία αυτή τι αντίκτυπο είχε στο κοινό, πάντως για ένα δυο χρόνια προβαλλόταν σε επανάληψη.
Σημειώνω ιδιαίτερα ότι ουδείς πληρώθηκε απ’ αυτή την παραγωγή. (Το αναφέρω γιατί κάποια δημοσιογράφος, γνωστής εφημερίδας, ισχυρίστηκε το αντίθετο. Το καταθέτω γιατί τότε δεν θεώρησα σκόπιμο ότι άξιζε να ασχοληθώ με αναληθή δημοσιεύματα). 
Δυστυχώς δεν γνωρίζω αν έχει σβηστεί ή όχι κι ούτε θέλω να το ψάξω. Βρίσκεται στην κατοχή μου ένα βίντεο που το αναζήτησα από ένα φίλο μου γιατί δεν μου είχε παραδοθεί ούτε ένα αντίγραφο.
Ένα μέρος του ντοκιμαντέρ αυτού, προβλήθηκε στην ημερίδα  - αφιέρωμα στη μνήμη του Γ. Χειμωνά, με θέμα "Ο ζωντανός λόγος του Γιώργου Χειμωνά", που πραγματοποιήθηκε στη Στοά του Βιβλίου το 2002 (25 Φεβρ) και οργανώθηκε από το ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ "ΔΕΣΜΟΙ" .
Πήραν μέρος πολλές προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου. Μεταξύ αυτών ήταν ο Κ. Γεωργουσόπουλος, η Ασπασία Παπαθανασίου, η Λυδία Κονιόρδου, η οποία διάβασε μια σελίδα που είχα ετοιμάσει με τόση φροντίδα που να νομιστεί ότι ήταν κανονικό απόσπασμα ενώ ήταν συρραφή κειμένων του Γ. Χειμωνά. Ήταν αυτό το ίδιο ακριβώς το οποίο είχε πρωτοδιαβάσει, για το ντοκιμαντέρ, (γυρίσματα με το συνεργείο στο σπίτι της, στην Κηφισιά).
Με βαθιά σιωπή, καθισμένο στις σκάλες το πολυπληθές κοινό παρακολουθούσε την εκδήλωση, στη  γεμάτο λουλούδια διακόσμηση, όπου οι τοίχοι στην πρώτη αίθουσα, ήταν στολισμένοι με σκίτσα και ζωγραφικά του έργα (μεταξύ αυτών και το εξώφυλλο που μού είχε κάνει την τιμή να φτιάξει για ένα ποιητικό βιβλίο μου).




Το 2000, κυκλοφόρησε και το συλλεκτικό πια, εξαιρετικό τεύχος του περιοδικού του Οδός Πανός με το αφιέρωμα στο Γιώργο Χειμωνά στο οποίο έγραψαν όλοι οι φίλοι του. Περιέχει δυο δικά μου ποιήματα, (επιλογή Λούλας Αναγνωστάκη).










Παραθέτω το ποίημα που γράφτηκε το Μάρτιο του 2000. Και το οποίο με περικοπές, συμπεριλαμβανόμενο σε ένα δίφυλλο από γκρίζο χαρτόνι, επί δέκα χρόνια, πρόσφερα σε όποιον φίλο του συναντούσα. Το συνόδευα με ένα μικρό CD (διαβάζει η Βέρα Ζαβιτσιάνου από ραδιοφωνική εκπομπή στην ΕΡΤ) από την Αποκάλυψη του Ιωάννη,  μετάφραση Σεφέρη, σε δική μου αποσπασματική συρραφή – ανάπλαση.


Κράζω τ’ όνομά σου
Ο Όλυμπος ταρακουνιέται
γιατί ο Δίας τινάζει τα μαλλιά του
Κράζω τ’ όνομά σου
Ποιο ήταν το κακό μάτι;

Κράζω τ’ όνομά σου
Έφυγες οριστικά
πάρθηκε ο θυμός σου
Σ’ ένα αλαργινό βασίλειο των σκιών

Τον ήλιο είχες όχημα
τον Αφέντη της Βάρκας
που σε μετέφερε
στις ουράνιες σφαίρες
πάνω απ’ τον ωκεανό
μέσα σ’ αιθέριο φέγγος

Τώρα η ψυχή σου
έχει το άστρο της
στους αιώνιους θόλους

Τώρα βλέπεις άυλα δέντρα
με ασημένιους κλώνους
κρέμονται μήλα χρυσά
που σα χτυπούν το ’να τ’ άλλο
ήχο αρμονικό αναδίνουνε
και μελωδίες γλυκειές

Άμποτες να ’μουνα
μητέρα των Νεκρών
με τρυπημένους τους μαστούς
με γάλα να σε τρέφω

Τώρα με τα σπασμένα μου αγγεία
στο τρύπιο μου πυθάρι
δίχως μια νεροστάμνα
ένα μακρόλαιμο σταμνί
με λουτρικό νερό

Βάζω μια πέτρα
κάθε ηλιοβασίλεμα
στο χώμα
κι εύχομαι το ξύλο της βαλανιδιάς
να στάζει του μελιού το δρόσος
στη μακαρίωσή σου

Πού είναι λοιπόν ο Ασκληπιός
αίμα της Γοργώς να φέρει
να σ’ αφυπνίσει εξ ύπνου
Πού είναι λοιπόν ο Δίας
να βάλει τους ανέμους
να φυσήξουνε για να σε ζωντανέψει
όπως φυσήξαν τον πηλό
των πρώτων ανθρώπων
του Προμηθέα και της Αθηνάς
και δώσανε ζωή

Δεν έφυγες δυναμωμένος
από τ’ άγια μυστήρια
και την ύλη της μετάληψης
συ ένας βασιλιάς της Καρθαγένης

Πέρασες τις θεοσκότεινες πύλες
πίνοντας απ’ τη βρύση
της Μνημοσύνης
και σαν την Περσεφόνη
κόκκους από ρόδι έχεις φάει
         Κράζω τ’ όνομά σου
ψυχογιορτή θα  κάνω
θ’ απλώσω το ζυμάρι να φουσκώσει
φτερά θα βάλω
θα μασκοφορεθώ

Ψυχογιορτή θα κάνω
θα σαρώσω τους δρόμους
θα βγω με λαμπάδες
από πευκόξυλο και
φλούδινα καραβάκια

Κράζω τ’ όνομά σου
Χάθηκε το μικρό μου είδωλο
που έβλεπα στο μάτι σου
Δεν ξέρω πια να ζω
Κράζω τ’ όνομά σου

Ψυχογιορτή θα κάνω
πλήθος άρπες τις νύχτες γεμίζουν
αόρατα τύμπανα που
τα βροντούν αόρατα χέρια
μια μουσική αγαλλίαση
μ’ οργανοπαίχτες αγγέλους. Ακούς;
Κράζω τ’ όνομά σου
Ουρανικά ξεφαντώματα
μου αποδιώχνουν τη λύπη. Ακούς;
Σου δίνει ευχαρίστηση η
μακρινή μουσική;
Ή προτιμάς το θρήνο μου
τον πόνο της αγάπης
το λουλούδιασμα των αισθημάτων
του καημού


Ζω ρουφώντας στον αέρα
την σκορπισμένη σου ψυχή
Απ’ την αέρινη ουσία
της ψυχής σου αναπνέω

Ένθα απέδρα οδύνη
λύπη και στεναγμός
Έχω ετοιμάσει μήνυμα
σε ξύλινες πάνω πλάκες
να λάβουν οι ήσκιοι των δικών μου

Δώσε ένα στη μάνα μου
και ένα στον πατέρα
Δώσε κι ένα σε κείνονε
που ήρθε κοντά σου χθες
Δώστους κι ένα χρυσόφυλλο
απ’ το Νερένιο Δρόμο
να το ’χουν φυλακτό

Συ πρόσωπο ευνοημένο
των θεών
φύλαξόν με σιγή
Σιγή σιγή σιγή
σύμβολον θεού αφθάρτου
φύλαξόν με σιγή

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Άλογο των Υδάτων ("Ο εχθρός του ποιητή" του Γ. Χειμωνά)


Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Χειμωνάς, γι’ αυτό αναρτώ μια εργασία που έχω κάνει γι’ αυτόν από το βιβλίο του «Ο εχθρός του ποιητή». Πρόκειται για διασκευές και μεταγραφές πιανιστικών έργων για τραγούδι, βασισμένες στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1990, με τίτλο «Άλογο των Υδάτων».
Τα τραγούδια αυτά γραφτήκανε το 1991.
Ο Γ. Χ. πριν γράψει τον πρόλογο, ήρθε και τα άκουσε, εκτελεσμένα από μένα. Του άρεσαν πάρα πολύ, τον συγκίνησαν και από τότε με ρωτούσε συχνά πότε θα εκδοθούν. Το επιθυμούσε πολύ. Δυστυχώς μια πρώτη επαφή, με τον εκδότη Νάκα, που έγινε από τον καθηγητή μουσικολογίας Α. Κώστιο (ο οποίος είχε ενθουσιαστεί όταν τα άκουσε) δεν ευοδώθηκε, λόγω πνευματικών δικαιωμάτων που θα χρειάζονταν για τους σύγχρονους συνθέτες.
Η Τζένη Δριβάλα, γνωστή πρωταγωνίστρια της όπερας, εξεδήλωσε την επιθυμία να τα εκτελέσει σε γνωστό πολιτιστικό χώρο, με ταυτόχρονη ανάγνωση του κειμένου. Δυστυχώς δεν βρήκα χορηγό.
Οι παρτιτούρες υπάρχουν σε δυο αντίγραφα, σε ψηφιακή μορφή. Είναι στη διάθεση όποιου ενδιαφέρεται και τα θέλει.
Τρία από αυτά τα τραγούδια, έχουν ηχογραφηθεί σε στούντιο, (στο κανάλι μου στο YouTube),  για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ που επιμελήθηκα και αφορούσε τη ζωή του Γ.Χ. (παραγωγή Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης). Για το οποίο θα αναφερθώ σε επόμενη ανάρτηση, λίγο πριν ή λίγο μετά την ημερομηνία που έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Χειμωνάς, 27 Φεβρουαρίου του 2000.









χειρόγραφο του Γ. Χειμωνά


Το μικρό αυτό κείμενο δεν είναι πρόλογος -το οποιοδήποτε, άλλωστε, κείμενο είναι πάντα ένας επίλογος, στον οποίο ο συγγραφέας του προσπαθεί να ανακαλέσει τη μνήμη του δημιουργικού γίγνεσθαι, όπως ο ίδιος το έχει βιώσει πριν να φθάσει σχεδόν αδιάφορος πια, στην πράξη της γραφής. Αλλά και πέρα από την λογοτεχνία, καμμία δημιουργία δεν έχει ανάγκη από πρόλογο, από μόνη της κατοχυρώνει την αυτονομία της όταν θα ολοκληρωθεί ως Λόγος, δηλαδή ως αυτοτελής δυναμική τάξη του Αισθητού: μονάχα στα Ελληνικά το λέγειν εξακολουθεί να διατηρεί την πρωταρχική σημασία του – να οργανώνω σε μια αρμονική συνύπαρξη τις αισθήσεις (γνωστικές και θυμικές) που μού γεννά το πράγμα, ο Κόσμος, σε μια φευγαλέα παρουσία κάποιας από τις άπειρες όψεις του, οι ξένες γλώσσες θα το σεβασθούν και δεν θα το αλλάξουν – logos, όπως και cosmos που το ίδιο περίπου σημαίνει – το ελληνικό αυτό όνομα. Η σύνδεσή του με την λεκτική έκφρασή του θα γίνει αργότερα, χωρίς ωστόσο να χαθεί (στα ελληνικά πάντοτε) τίποτε από την αρχική άλεκτη σημασία του. Είναι νομίζω αυτονόητο, αφού κι ο ίδιος ο λόγος των λέξεων γίνεται Λόγος όταν αρχίζει να λειτουργεί στο επέκεινα της ομιλίας, όταν οι λέξεις θα έχουν πια οριστικά σιγήσει.
Πρέπει να τα πω αυτά για να εξηγήσω την πεποίθησή μου ότι το έργο της Λίτσας Λεμπέση (και δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο που και η ίδια είναι ποιήτρια) είναι ένα ώριμο πλάσμα πρωτογενούς, δηλαδή δημιουργικής, λειτουργίας της τέχνης της. Και για να νομιμοποιηθεί (ως αναφαίρετο δικαίωμά της, στον ίδιο βαθμό δημιουργικό – δικαίωμα δεδομένο για κάθε γνωστό δημιουργό) η «χρήση» και του δικού μου λογοτεχνικού ιδιώματος, και την απολύτως θεμιτή φιλοδοξία της να αρθρωθεί όσο γίνεται πληρέ­στερα μία πολύσημη πολυσημαντική, επάνω σε λεκτικούς και φυσικούς άξονες, που θα αναγάγουν το δικό μου «εντόπιο» λεκτικό ιδίωμα (αν – όπως πιστεύω – ένας συγγραφέας χρίεται δημιουργός λόγου με μοναδικό κριτήριο, που δεν το εννοώ αξιολογικά, μία αυτοφυΐα της ομιλίας του) σε «καθομιλουμένη», Κοινή Γλώσσα.
Γιατί η Λίτσα Λεμπέση, με το έργο αυτό, δεν αναδημιουργεί – δεν ανα-συνθέτει. Δημιουργεί, συνθέτει μία δική της πρόταση Λόγου, συναρμόζοντας και εμπλουτίζοντας – διευρύνοντας τα οργανικά εκείνα στοιχεία τα οποία, απλώς, την βοηθούν (και γι’ αυτό ακριβώς τα επιλέγει, ως προσφορότερα) στην τολμηρή απόπειρά της να εξασφαλίσει την αρτιότητα, και συνεπώς την δραστικότητα, αυτής της Γλώσσας. Κρίνω ότι το κατόρθωσε: η αισθητική της έννοιας – λόγος – και η λογική του ήχου – μουσική – συνεργούν αδιαίρετα, ώστε να αναδεικνύεται, καθαρότατα και έγκυρα πάντα, η λησμονημένη δίδυμη φύση της ανθρώπινης φωνής, η οποία (με όσα ηχεία διαθέτει) άδοντας και μιλώντας δάμασε την Κραυγή. Να αποκαλυφθεί ακόμη μια φορά, ο πηγαίος Γόνος: το ακρόαμα, από λέξεις Μουσικής και συγχορδίες Λέξις. «Γραπτός», δηλαδή άηχος λόγος, (κι αυτό μόνον ένας συγγραφέας το γνωρίζει) ποτέ δεν υπήρξε, δεν μπορεί να υπάρξει. Θα υπάρχει πάντα σαν μια ηχώ των ήχων που, από γενέσεως του, έχει στερηθεί: Σημαίνει, όσο ακούει την Σιωπή, λέγει όταν την εγχαράσσει - την κρύπτει πίσω από τα σύμβολά του: οι τρεις μουσικές ιδιότητες του Λόγου της προσωκρατικής σύλληψής του, ως ένθεου χρησμού που τον προσφέρει το Άφατο μέσα από στόμα ανθρώπου.

Γιώργος Χειμωνάς  ΄92


Άκουσε τους φθόγγους
ψάχνουν τη φωνή
θέλουν να βγουν
και κυλούν
ρέουν και κυλούν
μέσα στο αίμα μου

Άκου τους φθόγγους

που θέλουνε να βγουν
να φτάσουν τη φωνή
ρέουν μεσ’ το αίμα
ρέουν μέσα θέλοντας να βγουν.
Άκουσε τους φθόγγους
που ψηλαφούν να βγουν
κάτω απ’ το πετσί μου
ρέουν και κυλούν
μέσα στο αίμα μου
που αγωνίζονται
να βγουν και να φτάσουν
τη φωνή μου να φτάσουν
τη φωνή ψηλαφούν


Βλέπω πελάου άλογον
να ξεκινεί απ’ τ’ αντίκρυ
Κι η γης ετότεν σείστηκε
και ταραχμένη τρέμει
Φέγγει στραφτοβολογά
το άλογον λευκάζει ωσάν το χιόνι
και λάμπει εις το μέτωπο
στιλπνό κέρατο αργύρου
και τες ρωθούνες κρούβγασι
βρονταίς από χρυσάφι
Η θάλασσα να χοχλακά
άτια νεροβγαλμένα
Ένα κοπάδι εχύνονταν
το ένα επά στο άλλο
ως το νερό να εστέρεψεν
κι επιφανήκαν οι αγλαοί
οι ανευλόγητοι
πικρότατοι
πνιγμοί του


Ως να πληρώσει
τ’ άδικο
που ποιητήν εμάρανε
Τον ποιητήν
τον έμορφο
κανείς ξανά -
δεν θα ιδεί
να ισγιάζει τα
φτερά του
καθώς διαβαίνει
ανάμεσα στον
βράχο τον
Αλλοίμονο
και στο
Λευκό λιμάνι


Μίλα μου
με τη φωνή
που βγάζει
καλάμι νεκρό
και ο βοσκός
αέρας
τόκανε αυλό
να τον ακούει
η Ερημιά
να μην τρομάζει


Μια γυναίκα
μόνο μπορεί
να καταλάβει
πως είναι δυνατό
μέσα σε μια
ψυχή να υπάρχουν
να υπάρχουν
θάνατος μαζί
και στοργή
να είσαι μαζί
ο ποιητής
και ο εχθρός


Αγαπάω σημαίνει
κάνω ένδοξο
έναν άνθρωπο
Είναι η μοναδική
του δόξα που
θα γνωρίσει ο
άνθρωπος αυτός
σ’ ολόκληρη
τη ζωή του


Μια καταπράσινη ακριδούλα
Τιού - Τιού
με κοροϊδεύει και πονώ
και την πετροβολώ
Ακούστηκε ως τη θάλασσα
και έως τα νησιά
η πέτρα που της τσάκισε
τα πράσινα φτερά
Μεσ’ τα χορτάρια χάθηκε
φωνάζοντας Τιού
και γω μέσα στο όνειρο
να κλαίω να θρηνώ
μία καταπράσινη ακριδούλα
Τιού - τιού τιού


Ο έρωτας
της Ελένης Ξένου
δεν ήταν για μένα
Κι η ζωή μου
Τίποτε
απ’ ό,τι έζησα
δεν ήταν για μένα
γι’ αυτό που είμαι εγώ
Σε κανέναν άνθρωπο
δεν του δόθηκε
τίποτε
γι’ αυτό που ήταν
Τίποτε, τίποτε
τίποτε δεν ήταν
γι’ αυτό που πραγματικά είναι
κι ό,τι έζησε
δεν ήταν γι’ αυτό που
αληθινά είναι
Τίποτε
Και η ζωή μου
Τίποτε
απ’ ότι έζησα
δεν ήταν για μένα
γι’ αυτό που είμαι γω


Θ’ αγωνίζεσαι
να πλάσεις τη μορφή μου
Το πρόσωπο
το σώμα μου
θ’ αγωνίζεσαι
η μνήμη σου
θα σβύσει
Η εικόνα
στη μνήμη
θά ’χει πια
τρυπήσει
και θα γλυστρά
μεσ’ απ’ τα χέρια σου
σαν το φως
με αγωνία
και πόνο
θ’ αγωνίζεσαι
να πλάσεις
τη μορφή μου
Τέλειωσε
για πάντα πια
η ιστορία μας
Η εικόνα
στη μνήμη  
Θά ’χει πια τρυπήσει
η μνήμη σου
θά ’χει σβύσει
σαν το φως
θά ’χει σβύσει


Σαν ένας θρήνος
απ’ το βυθό
μεσ’ στο βυθό
από χρόνια
μεσ’ στο βυθό
μπλεγμένος μεσ’ στα φύκια
μεσ’ το βυθό / μεσ’ το βυθό
των πιο βαθιών κλαμάτων της
Των πιο βαθιών κλαμάτων της
μεσ’ το βυθό
σαν ένας θρήνος
των πιο βαθιών κλαμάτων της
μεσ’ το βυθό
των πιο βαθιών κλαμάτων της
μεσ’ το βυθό
- Αμίλητη ετοιμάστηκε
τίποτα δεν ρώτησε
τίποτε δεν είπε
και ξεκινήσαμε
για το ταξίδι
Για το ταξίδι
του γυρισμού


Ω θαυμαστόν μυστήριον
ω συμφορά μεγάλη
λύπη απαραμύθητος
οδύνη και πικρία

Ο φθόνος το κακό θηριόν
στέρησέν του τα μάτια
και έχασε το γλυκερόν
το φως του κόσμου τούτου

Να βάνω  στην καρδία σας
φαρμακερό μαχαίρι
να με θωρούν τα μάτια σας
να σφάζωνται οι καρδιαίς σας

Πως να το δω, πως να το πω
πως να το καταστήσω;
δύο κακά μ’ ευρήκασι
πως να τα μελετήσω;

Ω θαυμαστόν μυστήριον
ω συμφορά μεγάλη
λύπη απαραμύθητος
οδύνη και πικρία


Ένας μικρός θεός
τιμωρημένος
θεός από μακρυά
μας ευλογούσε
με καλοσύνη
μας ευλογούσε
ένας μικρός θεός
τιμωρημένος
Τίποτε πια
δεν θα κάνει
τους ανθρώπους
να λάμπουν
Ένας μικρός θεός
τιμωρημένος
μας εγκατέλειψε
μας εγκατέλειψε
οριστικά
Τίποτε πια
δεν θα κάνει
τους ανθρώπους
να λάμπουν



Μαύρα μαλλιά κατάμαυρα
Τα μάτια της βαμμένα
Το στόμα της ερωτικό
Και λέει μοιρολόι
Κοιτάζει σαν βασίλισσα
τον κόσμο κι’ αρχινάει
τραγούδι μοιρολόϊ
Το στόμα το ερωτικό
λέει το μοιρολόϊ 
Όλοι σωπάσαν κι’ άκουγαν
την όμορφη φωνή της
το στόμα το ερωτικό
να λέει μοιρολόϊ
Άλλοι δακρίσαν κι έκλαιγαν
μονάχα οι δικοί μου
ήταν σφιγμένοι και κλειστοί
ακίνητοι σωπαίναν



Μ’ έπλυναν με ζεστό κρασί
Μ’ έντυσαν με λινά
απ’ αργαλειούς φτιαγμένα
Βαρύτιμο βυζαντινό
χρυσό μανδύα
Φροντίζανε το σώμα μου

Ρίζες αρωματικές
μικρούς καρπούς και φύλλα
και ξεραμένα φύλλα
ευωδιάζανε
Αμίλητοι φροντίζανε
το σπαραγμένο σώμα
μεσ’ στο χρυσό μανδύα
φροντίζανε

Με σκέπασαν
μ’ ένα πυθάρι χώμα
Μπρος ένας τοίχος από φως
Στους αιώνες πεθαμένος
φωτισμένος